Να μπορείς να λες «όχι»
Υπάρχει κάτι παράξενο με το «όχι».
Είναι μια μικρή λέξη, σχεδόν απλή και όμως, για πολλούς ανθρώπους είναι από τις
πιο δύσκολες.
Ίσως όμως αν το δεις λίγο ανάποδα, αρχίζει να ξεκαθαρίζει.
Όταν δεν μπορείς να πεις «όχι», τότε σχεδόν πάντα λες «ναι». Σε αιτήματα, σε
υποχρεώσεις, σε προσδοκίες. Δέχεσαι, προσαρμόζεσαι, ανταποκρίνεσαι.
Και μπορεί όντως κάποιες φορές αυτό να είναι όμορφο. Δίνεις
χρόνο, ενέργεια, φροντίδα. Στέκεσαι δίπλα στους άλλους, βοηθάς, συμμετέχεις.
Υπάρχει μια ικανοποίηση σε αυτό, μια αίσθηση ότι είσαι χρήσιμος, παρών,
διαθέσιμος.
Το θέμα αρχίζει να αλλάζει όταν αυτό το «ναι» δεν είναι
επιλογή.
Όταν γίνεται συνήθεια. Όταν έρχεται πριν προλάβεις να ρωτήσεις τον εαυτό σου αν
θέλεις πραγματικά. Γιατί τότε κάπου χάνεται κάτι.
Μπορεί να δίνεις από τον χρόνο σου ενώ είσαι ήδη
κουρασμένος. Να αναλαμβάνεις πράγματα που δεν αντέχεις. Να συμφωνείς με
καταστάσεις που δεν σε εκφράζουν. Και το κάνεις, όχι επειδή το θέλεις, αλλά
επειδή δυσκολεύεσαι να αρνηθείς.
Και εκεί έρχεται το ουσιαστικό ερώτημα. Αν δεν θέλεις,
μπορείς να το πεις; Αν δεν μπορείς, μπορείς να το παραδεχτείς; Γιατί το «όχι»
δεν είναι μόνο μια απάντηση προς τους άλλους. Είναι μια στάση απέναντι στον
εαυτό σου.
Πολλές φορές, αυτό που μας κρατάει πίσω δεν είναι η ίδια η
άρνηση, είναι όσα φανταζόμαστε ότι θα ακολουθήσουν.
«Θα στενοχωρηθεί.»
«Θα θυμώσει.»
«Θα νομίζει ότι δεν νοιάζομαι.»
Και κάπου εκεί, χωρίς να το καταλάβουμε, αρχίζουμε να προσαρμοζόμαστε.
Όχι με βάση το τι αντέχουμε ή τι θέλουμε, αλλά με βάση το πώς θα φανεί.
Ο φόβος της κρίσης έχει μεγάλη δύναμη. Γιατί αγγίζει
κάτι βαθύτερο: την ανάγκη να είμαστε αποδεκτοί. Να θεωρούμαστε «καλοί»,
«σωστοί», «διαθέσιμοι». Και έτσι, το «όχι» αρχίζει να μοιάζει επικίνδυνο. Σαν
να ρισκάρεις τη σχέση. Σαν να χαλάς την εικόνα σου.
Και όμως, χωρίς αυτό το «όχι», δεν υπάρχουν όρια. Και χωρίς
όρια, η σχέση με τον εαυτό σου αρχίζει να φθείρεται. Γιατί λες «ναι» προς τα
έξω, ενώ μέσα σου κάτι αντιστέκεται. Και αυτή η εσωτερική αντίφαση κουράζει.
Το να μπορείς να πεις «όχι» δεν σημαίνει ότι απορρίπτεις τον
άλλον. Σημαίνει ότι αναγνωρίζεις τον εαυτό σου. Σημαίνει ότι μπορείς να σταθείς
σε αυτό που ισχύει για εσένα εκείνη τη στιγμή, είτε είναι ανάγκη, είτε είναι
όριο, είτε απλώς μια έλλειψη διάθεσης. Και αυτό δεν είναι εγωισμός, είναι
σαφήνεια.
Βέβαια, δεν είναι εύκολο. Γιατί το «όχι» θέλει αντοχή.
Αντοχή να κρατήσεις τη θέση σου, ακόμα κι αν ο άλλος δεν συμφωνεί. Αντοχή να
μείνεις σε μια μικρή αμηχανία, σε μια πιθανή απογοήτευση. Αντοχή να μην
εξηγείς υπερβολικά, να μην απολογείσαι για κάτι που είναι δικό σου.
Και κάπου εκεί αλλάζει κάτι. Όταν αρχίζεις να λες «όχι»
όπου χρειάζεται, το «ναι» αποκτά άλλο νόημα. Δεν είναι πια υποχρέωση. Είναι
επιλογή. Δίνεις γιατί θέλεις, όχι γιατί δεν μπορείς να αρνηθείς. Συμμετέχεις
γιατί το επιλέγεις, όχι γιατί σε τραβάει η συνήθεια.
Ίσως τελικά το ζήτημα να μην είναι η λέξη. Είναι το ποιος
αποφασίζει. Αν η απάντηση έρχεται από μέσα σου, τότε υπάρχει ελευθερία. Αν
καθορίζεται κυρίως από το τι θα πουν οι άλλοι, τότε κάτι χάνεται.
Και το ερώτημα μένει απλό, αλλά ουσιαστικό. Θα ορίζεις
εσύ τον εαυτό σου… ή θα τον ορίζουν οι άλλοι για σένα;
Γράφει ο Ψυχολόγος-Σύμβουλος Γάμου Γιάννης
Ξηντάρας
























Ξενοδοχείο Αντωνιάδης






















Δεν υπάρχουν σχόλια
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.