Τι συμφέρει για τη θέρμανση
Βαρύς ο λογαριασμός για το πετρέλαιο θέρμανσης, με την κυβέρνηση να ετοιμάζει ένα ισχυρό πακέτο επιδοτήσεων. Στόχος η τιμή του να πέσει στο 1,40 ευρώ. Τι συμβαίνει με τις τιμές του φυσικού αερίου και ποιες είναι οι παγίδες και τα οφέλη του ηλεκτρικού ρεύματος. Τι πρέπει να προσέξουν τα νοικοκυριά ανάλογα με τη γεωγραφική περιοχή. Τι ζητά η κυβέρνηση από τις Βρυξέλλες. Η κρίσιμη Σύνοδος Κορυφής των ηγετών της Ε.Ε. στις 15 Οκτωβρίου.
Η επιλογή του οικονομικότερου τρόπου θέρμανσης αναμένεται να αποτελέσει δύσκολη εξίσωση για τα νοικοκυριά τον φετινό χειμώνα, καθώς η ενεργειακή αβεβαιότητα και η έντονη μεταβλητότητα των τιμών μπορούν να ανατρέψουν ανά πάσα στιγμή τα σημερινά δεδομένα.
Με τις διεθνείς τιμές της ενέργειας να παραμένουν σε υψηλά επίπεδα και την περίοδο θέρμανσης να πλησιάζει, το μόνο βέβαιο είναι ότι οι οικογενειακοί προϋπολογισμοί θα δεχθούν μεγαλύτερη πίεση σε σύγκριση με πέρυσι. Το πετρέλαιο βρίσκεται σταθερά υψηλά, το φυσικό αέριο είναι ακριβότερο σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά, ενώ και οι τιμές του ηλεκτρικού ρεύματος παραμένουν υψηλές.
Με βάση τα σημερινά δεδομένα και την υπάρχουσα κατάσταση, το φυσικό αέριο εξακολουθεί να αποτελεί ανταγωνιστική επιλογή για όσα νοικοκυριά διαθέτουν ήδη εγκατάσταση, ενώ το πετρέλαιο θέρμανσης βρίσκεται στη δυσμενέστερη θέση. Σύμφωνα με τους ειδικούς, τα σύγχρονα κλιματιστικά και οι αντλίες θερμότητας αναδεικνύονται, στις περισσότερες περιπτώσεις, στις οικονομικότερες λύσεις ως προς το λειτουργικό κόστος, ενώ ακολουθούν το φυσικό αέριο και το πετρέλαιο. Οι κυβερνητικές παρεμβάσεις που μπορεί να επηρεάσουν την τελική εξίσωση για τη νέα περίοδο θέρμανσης δεν έχουν ακόμη οριστικοποιηθεί. Η δυνατότητα μείωσης της φορολογίας στο πετρέλαιο θέρμανσης συνδέεται τόσο με τα δημοσιονομικά περιθώρια όσο και με τις αποφάσεις που ενδέχεται να ληφθούν σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Ωστόσο, το περίγραμμα των μέτρων στήριξης για το πετρέλαιο θέρμανσης είναι έτοιμο με τελικό στόχο τη μείωση της τιμής στο 1,40 ευρώ ανά λίτρο, ακυρώνοντας επί της ουσίας τις σχετικές εξαγγελίες του προέδρου της ΕΛ.Α.Σ Αλέξη Τσίπρα.
Επίσης, η ενεργειακή κατάσταση του κτιρίου, η διάρκεια και ο τρόπος χρήσης της θέρμανσης, οι κλιματικές συνθήκες και το κόστος της αρχικής επένδυσης μπορούν να μεταβάλουν ουσιαστικά το τελικό αποτέλεσμα ως προς το ύψος του κόστους για θέρμανση.
Βαρύς ο λογαριασμός
Η δυσμενέστερη εικόνα καταγράφεται στο πετρέλαιο θέρμανσης. Η περυσινή περίοδος διάθεσής του άρχισε με τιμή περίπου 1,10 ευρώ ανά λίτρο. Με τα σημερινά δεδομένα, η αντίστοιχη τιμή θα μπορούσε να προσεγγίσει το 1,92 με 2 ευρώ ανά λίτρο. Σε ενεργειακούς όρους, μια τιμή 1,92 ευρώ ανά λίτρο αντιστοιχεί περίπου σε 0,179 ευρώ ανά kWh ενέργειας του καυσίμου. Επειδή, όμως, κανένας λέβητας δεν έχει απόδοση 100%, το κόστος της ωφέλιμης θερμότητας που αποδίδεται στο σπίτι είναι υψηλότερο. Με εποχιακή απόδοση 80%, για παράδειγμα, το κόστος διαμορφώνεται περίπου στα 0,224 ευρώ ανά ωφέλιμη kWh.
Ακόμη και αν, έπειτα από πιθανή κρατική παρέμβαση, η τελική τιμή υποχωρήσει αισθητά κάτω από το 1,75 ευρώ ανά λίτρο -δηλαδή ακόμη και αν φτάσει το 1,40 ευρώ το λίτρο- το πετρέλαιο θα εξακολουθεί να αποτελεί ακριβή επιλογή σε σχέση με τις αποδοτικότερες εναλλακτικές λύσεις. Η πραγματική επιβάρυνση εξαρτάται, επίσης, από τη συντήρηση και τη ρύθμιση του καυστήρα, τη θερμοκρασία λειτουργίας του νερού, τις απώλειες στις σωληνώσεις, την ενεργειακή κατάσταση του κτιρίου και τον τρόπο κατανομής των κοινοχρήστων στις πολυκατοικίες.
Με πλεονέκτημα
Το φυσικό αέριο διατηρεί το πλεονέκτημα έναντι του πετρελαίου, παρά το γεγονός ότι έχει επίσης ανατιμηθεί σημαντικά. Η μέση τελική τιμή του, συμπεριλαμβανομένων των φόρων, του ΦΠΑ και των ρυθμιζόμενων χρεώσεων, έχει αυξηθεί από περίπου 0,0787 ευρώ ανά kWh τον Σεπτέμβριο του 2025 σε περίπου 0,110 ευρώ ανά kWh σήμερα.
Παρά την αύξηση, εξακολουθεί να διατηρεί σαφές πλεονέκτημα έναντι του πετρελαίου. Ενας σύγχρονος λέβητας, όταν λειτουργεί με τις κατάλληλες ρυθμίσεις και με σχετικά χαμηλή θερμοκρασία νερού, μπορεί να επιτύχει υψηλή εποχιακή απόδοση. Υπό αυτές τις προϋποθέσεις, το κόστος της ωφέλιμης θερμότητας μπορεί να κινηθεί περίπου στα 0,12 ευρώ ανά kWh, δηλαδή αρκετά χαμηλότερα από το αντίστοιχο κόστος ενός λέβητα πετρελαίου.
Για μια κατοικία που διαθέτει ήδη αυτόνομη εγκατάσταση φυσικού αερίου, η συνέχιση της χρήσης της είναι συνήθως πιο λογική από μια βιαστική και δαπανηρή αλλαγή συστήματος. Η τελική επιβάρυνση, πάντως, θα εξαρτηθεί από την εξέλιξη των τιμών στον ευρωπαϊκό κόμβο TTF, το επίπεδο των ευρωπαϊκών αποθεμάτων και από τη διαθεσιμότητα υγροποιημένου φυσικού αερίου.
Πιέσεις στα τιμολόγια
Η άνοδος των τιμών στη χονδρεμπορική αγορά προμηνύει πιέσεις και στα τιμολόγια λιανικής. Επιπλέον, η κυβέρνηση επιχειρεί να περιορίσει τις προσδοκίες για μια νέα οριζόντια κρατική επιδότηση στα πράσινα τιμολόγια ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς η σημερινή στρατηγική απέχει από το μοντέλο που εφαρμόστηκε στην προηγούμενη ενεργειακή κρίση.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι όλες οι μορφές ηλεκτρικής θέρμανσης έχουν το ίδιο κόστος. Οι θερμοπομποί, τα αερόθερμα, οι ηλεκτρικές θερμάστρες πωλούνται σχετικά φθηνά στην αγορά και δεν απαιτούν ιδιαίτερη εγκατάσταση. Η κατανάλωσή τους, ωστόσο, γίνεται υψηλή όταν λειτουργούν επί πολλές ώρες, καθώς μετατρέπουν ουσιαστικά μία kWh ηλεκτρικής ενέργειας σε περίπου μία kWh θερμότητας.
Μια συσκευή ισχύος 2 kW, η οποία λειτουργεί έξι ώρες την ημέρα, καταναλώνει 12 kWh. Με συνολική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας 0,20 ευρώ ανά kWh, το ημερήσιο κόστος ανέρχεται σε 2,40 ευρώ για μία μόνο συσκευή.
Αντίθετα, ένα αποδοτικό κλιματιστικό inverter μπορεί να παράγει την ίδια ποσότητα θερμότητας καταναλώνοντας αισθητά λιγότερη ηλεκτρική ενέργεια. Εάν λειτουργεί με μέσο συντελεστή απόδοσης 3,5 τότε με τιμή ρεύματος 0,20 ευρώ ανά kWh, το θεωρητικό κόστος της παραγόμενης θερμότητας περιορίζεται περίπου στα 0,057 ευρώ ανά ωφέλιμη kWh.
Η απόδοση αυτή, βέβαια, δεν παραμένει σταθερή σε όλες τις συνθήκες. Επηρεάζεται από την εξωτερική θερμοκρασία, την ενεργειακή κλάση και τη σωστή διαστασιολόγηση του μηχανήματος, τη συντήρηση των φίλτρων, τη ρύθμιση της επιθυμητής θερμοκρασίας και τις συχνές διακοπές της λειτουργίας του. Σε περιοχές με πολύ χαμηλές θερμοκρασίες απαιτούνται κλιματιστικό κατάλληλο για ψυχρό κλίμα και, ενδεχομένως, ένα εφεδρικό σύστημα θέρμανσης.
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται και στην επιλογή τιμολογίου ηλεκτρικής ενέργειας. Η κυβέρνηση θεωρεί ότι η ενίσχυση των μπλε σταθερών τιμολογίων μπορεί να λειτουργήσει ως μορφή «ενεργειακής ασφάλισης» για τους καταναλωτές. Με ένα μπλε τιμολόγιο, ο καταναλωτής ουσιαστικά «κλειδώνει» μια τιμή για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, περιορίζοντας τον κίνδυνο μιας νέας απότομης ανόδου στην αγορά.
Ωστόσο, η σύγκριση δεν πρέπει να περιορίζεται στην ονομαστική τιμή της κιλοβατώρας, αλλά να περιλαμβάνει το πάγιο, τις εκπτώσεις συνέπειας, τη διάρκεια της σύμβασης, τις ρυθμιζόμενες χρεώσεις και τυχόν ρήτρες πρόωρης αποχώρησης. Οι καταναλωτές μπορούν να χρησιμοποιούν τα επίσημα εργαλεία σύγκρισης τιμολογίων για να εξετάζουν τα διαθέσιμα προϊόντα ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου.
Για τη μόνιμη θέρμανση μιας ολόκληρης κατοικίας, η αντλία θερμότητας μπορεί να προσφέρει το χαμηλότερο λειτουργικό κόστος.
Επιλογές
Με βάση τα σημερινά δεδομένα:
Για ένα διαμέρισμα στις πόλεις, ένα σύγχρονο κλιματιστικό αποτελεί συνήθως την οικονομικότερη λύση, ιδιαίτερα όταν θερμαίνονται μόνο συγκεκριμένοι χώροι.
Για μια μεγάλη κατοικία που θερμαίνεται συνεχώς, μια σωστά μελετημένη αντλία θερμότητας μπορεί να εξασφαλίσει το χαμηλότερο λειτουργικό κόστος, εφόσον τα χαρακτηριστικά του κτιρίου δικαιολογούν την αρχική επένδυση.
Για μια κατοικία με ήδη εγκατεστημένο σύστημα φυσικού αερίου, η διατήρησή του παραμένει ανταγωνιστική επιλογή.
Ο στόχος για πετρέλαιο θέρμανσης στο 1,40 ευρώ
Στα μέσα Οκτωβρίου η ανακοίνωση των μέτρων στήριξης με επιδότηση στην αντλία. Τι ζητά η Ελλάδα από την Ε.Ε. και πώς διαμορφώνεται το «κλειδί» του δημοσιονομικού χώρου
Μεγαλύτερα δημοσιονομικά περιθώρια για τη χρηματοδότηση πρόσθετων παρεμβάσεων κατά της ενεργειακής ακρίβειας επιδιώκει να εξασφαλίσει η κυβέρνηση, γνωρίζοντας ότι ο χειμώνας θα είναι δύσκολος με τη γεωοπολιτική αβεβαιότητα να επηρεάζει όχι μόνο την ενέργεια, αλλά και τις μεταφορές, τα προϊόντα και τις υπηρεσίες. Η Αθήνα έχει ήδη μεταφέρει τη συζήτηση στις Βρυξέλλες, προτείνοντας αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται δημοσιονομικά τα προσωρινά μέτρα στήριξης, αλλά και αξιοποίηση, προς όφελος των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων, των αυξημένων εσόδων από τον ΦΠΑ που προκαλεί η άνοδος των τιμών. Το ζήτημα αναμένεται να τεθεί εκ νέου από τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη στη Σύνοδο Κορυφής της 15ης Οκτωβρίου, ενώ θα έχουν προηγηθεί εντατικές ευρωπαϊκές διαβουλεύσεις. Λόγω της γεωπολιτικής αβεβαιότητας και της ενεργειακής αστάθειας, οι παρεμβάσεις θα επανεξετάζονται ανά δεκαπενθήμερο. Μέχρι τα μέσα Οκτωβρίου θα έχουν αποσαφηνιστεί τόσο το εύρος της εγχώριας στήριξης όσο και η ανταπόκριση των ευρωπαϊκών θεσμών στις ελληνικές προτάσεις. Από αυτή την ανταπόκριση θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό εάν η Αθήνα θα αποκτήσει τις πρόσθετες δυνατότητες που ζητά για νέα μέτρα προστασίας απέναντι στη συνεχιζόμενη ενεργειακή ακρίβεια.
Το αίτημα στην Κομισιόν
Η ελληνική πλευρά ζητά ουσιαστικά περισσότερο δημοσιονομικό χώρο, ώστε να ενισχύσει νοικοκυριά και επιχειρήσεις χωρίς οι σχετικές δαπάνες να θέσουν σε κίνδυνο τη δημοσιονομική ισορροπία. Αλλωστε, όπως τονίζεται, το αίτημα δεν αφορά την επιβολή νέου ευρωπαϊκού φόρου, αλλά τη δυνατότητα αξιοποίησης πόρων που ήδη δημιουργούνται λόγω της πληθωριστικής έκρηξης. Στην επιστολή του προς την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, ο πρωθυπουργός προτείνει να εξεταστεί η εξαίρεση, μέχρι ένα καθορισμένο όριο, των προσωρινών εθνικών μέτρων στήριξης από τους σχετικούς δημοσιονομικούς υπολογισμούς. Παράλληλα, εισηγείται να επιτραπεί στα κράτη-μέλη να κατευθύνουν τα πρόσθετα έσοδα από τον ΦΠΑ, τα οποία προκύπτουν από την αύξηση του γενικού επιπέδου τιμών, σε στοχευμένες παρεμβάσεις υπέρ καταναλωτών και επιχειρήσεων. Σημειώνεται ότι τα πρόσθετα έσοδα έναντι του στόχου από τον ΦΠΑ ανέρχονται στο οκτάμηνο συνολικά σε 950 εκατ. ευρώ. Η Αθήνα ζητά, συνεπώς, να μπορεί να επιστρέψει ένα μέρος από τις υπερεισπράξεις σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Η κυβερνητική επιχειρηματολογία στηρίζεται στο γεγονός ότι η αύξηση των τιμών ενισχύει αυτομάτως τις εισπράξεις από τον ΦΠΑ. Αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές και στα καύσιμα. Επειδή ο ΦΠΑ υπολογίζεται ως ποσοστό επί της αξίας της συναλλαγής, κάθε ανατίμηση ανεβάζει και τον φόρο που εισπράττεται ανά λίτρο.
Αβεβαιότητα
Οι ευρωπαϊκές αποφάσεις αποκτούν ιδιαίτερη σημασία ενόψει της διάθεσης του πετρελαίου θέρμανσης, η οποία αρχίζει στις 15 Οκτωβρίου. Μία ημέρα νωρίτερα αναμένεται να ανακοινωθεί η απευθείας επιδότηση της τιμής στην αντλία, αφού η κυβέρνηση θα έχει όσο το δυνατόν πιο πρόσφατη εικόνα για τις διεθνείς τιμές. Η αβεβαιότητα στις αγορές καθιστά δύσκολο τον έγκαιρο προσδιορισμό του τελικού ύψους της παρέμβασης, γι’ αυτό και οι αποφάσεις μεταφέρονται κοντά στην έναρξη της περιόδου διάθεσης.
Το βασικό σχέδιο προβλέπει συνολική επιδότηση τουλάχιστον 40 λεπτών ανά λίτρο. Γίνονται προσπάθειες ώστε η κρατική συνεισφορά να είναι όσο το δυνατόν μεγαλύτερη, ενώ από τα διυλιστήρια εξετάζεται έκπτωση ακόμη έως και στα 15 λεπτά. Aν και στο υπουργείο Οικονομικών επιχειρούν να κρατούν πιο χαμηλά τον πήχυ παραπέμποντας στις ευρωπαϊκές αποφάσεις για το ζήτημα, δεν κρύβουν ότι θα ήθελαν μια τιμή διάθεσης όχι μόνο κάτω από 1,75 ευρώ το λίτρο, αλλά μια τιμή που να προσεγγίζει το 1,50 με 1,40 ευρώ το λίτρο.
Ωστόσο όλα θα εξαρτηθούν από την τιμή εκκίνησης της διάθεσης, διότι εάν η τιμή εκκίνησης διαμορφωθεί στα 2,20 ευρώ ανά λίτρο, ακόμη και αυτή η συνδυασμένη παρέμβαση ενδέχεται να μην επαρκεί για να συγκρατήσει το τελικό κόστος κάτω από τον κυβερνητικό στόχο. Για να επιτευχθεί αυτό το επίπεδο, θα μπορούσε να απαιτηθεί ενίσχυση 50 λεπτά ανά λίτρο, για να διαμορφωθεί κοντά στο 1,75 ευρώ, όπως έκλεισε η περυσινή περίοδος, γεγονός που αυξάνει σημαντικά το δημοσιονομικό βάρος.
Συνδυασμός
Η ένταση της διεθνούς κρίσης περιορίζει την αποτελεσματικότητα ακόμη και μεγάλων φορολογικών παρεμβάσεων. Με τους συνολικούς φόρους να αντιστοιχούν περίπου σε 70 έως 75 λεπτά ανά λίτρο, η πλήρης αφαίρεσή τους δεν θα εγγυόταν χαμηλή τελική τιμή, εφόσον το διεθνές κόστος παραμένει εξαιρετικά υψηλό. Αυτό εξηγεί γιατί η κυβέρνηση αναζητεί συνδυασμό επιδότησης στην αντλία, συνεισφοράς των διυλιστηρίων και ενισχυμένου επιδόματος, αντί για ένα μόνο μέτρο.
Ταυτόχρονα, σχεδιάζεται οριζόντια αύξηση του επιδόματος θέρμανσης για όλους τους δικαιούχους, ανεξάρτητα από το μέσο που χρησιμοποιούν. Το σχετικό κονδύλι αναμένεται να αυξηθεί από 270 σε 320 εκατ. ευρώ, οδηγώντας σε ενίσχυση περίπου 20% σε σύγκριση με την προηγούμενη χρονιά. Το ελάχιστο ποσό που συνδέεται με το επίδομα θέρμανσης για την Αθήνα και τα νησιά εκτιμάται ότι θα ανέλθει στα 120 ευρώ, ενώ μεγαλύτερα ποσά προβλέπεται να κατευθυνθούν σε περιοχές με χαμηλότερες θερμοκρασίες. Στο μέτρο θα περιλαμβάνονται, πέρα από το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο, η ηλεκτρική ενέργεια, τα καυσόξυλα και τα πέλετ.
























Ξενοδοχείο Αντωνιάδης























Δεν υπάρχουν σχόλια
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.