«ΣΙΧΑΘΗΚΑ ΤΟ ΡΩΜΑΊΙΚΟΝ» – «ΜΙΣΩ ΤΟ ΡΩΜΑΙΪΚΟ»
«ΣΙΧΑΘΗΚΑ ΤΟ ΡΩΜΑΊΙΚΟΝ»
– «ΜΙΣΩ ΤΟ ΡΩΜΑΙΪΚΟ»
[ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ ---
ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ ]-
(1797-1864) (1883-1957)
Του Κων/νου Β. Παυλάκου,
π. Σχολικού Συμβούλου Φιλολόγων
Ας ακούσομε γιατί Μακρυγιάννης και Καζαντζάκης κατέληξαν να διαμορφώσουν κοινή σχεδόν άποψη για το Ρωμαίικο.
Α)ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ
α) περιστατικό: Στο χωριό
Βλύχα μείναν κάμποσες φαμελιές οπίσω και μια γυναίκα από τις Βραναίισσες, δυχατέρα
του Κομπότη, την πιάσαν αυτή μ’ άλλους οι καλοί πατριώτες και τους γύμνωσαν. Κι
αυτήνη η Βράναινα είχε ένα δαχτυλίδι εις το χέρι της και δεν έβγαινε· και γύρευαν
να της κόψουν το δάχτυλον του χεριού της να το πάρουν. Κι εκεί οπού την
παίδευαν, της μπήκε ένα ξύλο εις το ποδάρι της και δεν
τόνιωσε κοτζάμ παλούκι. Τους περικάλεσε πολύ να τζακίσουνε την βέργα του
δαχτυλιδιού να πάρουν το δαχτυλίδι τζακισμένο και τρόμαξαν να συγκατανέψουν·
και το τζάκισαν και γλίτωσε το χέρι της. Ήρθε εκεί όπου ήμαστε κουτζαίνοντας
και διηγήθηκε αυτά. Πήγαμε οπίσου, δεν μπορέσαμε να βρώμεν κανέναν (από τους
«καλούς πατριώτες») μέσα στον λόγκο τρύπωσαν. Της έβγαλα το παλούκι από το
ποδάρι της και το ζεμάτισα με ξίγκι. Όμως γίνη τούμπανο, θύμωσε (=πρήστηκε).
Και είχα ένα ζώον, οπούχα τα σκουτιά μου, και την έβαλα απάνου να μην μείνη εις
το δρόμο. Και από τότε βλέποντας αυτήνη την αρετή, σιχάθηκα
το Ρωμαίικον, ότι είμαστε ανθρωποφάγοι. Αυτήνοι οι φίλοι οπού γυμνώσανε
την γυναίκα και τους άλλους, καθώς μας είπανε, οπού τους γνώρισαν εκεί, ήταν
Γριβαίοι. Εγώ δεν τους είδα να ειπώ ούτε υπέρ ούτε κατά. Καθόμαστε όληνύχτα και
τους φυλάγαμε όσο να ξημερώση με τα ντουφέκια εις το χέρι, να μη φάνε οι
ανθρωπινοί λύκοι τ' αδύναμα πλάσματα. [Απομνημονεύματα Μακρυγιάννη, τόμος
1ος, σελ. 197-198].
β)
περιστατικό: Ο Γενναίος (Κολοκοτρώνης) πήγε εις την Τροπολιτζά,
οπούταν ο πατέρας του (Θεόδωρος Κ.). Αφού μιλήσαμε τις προκοπές των
καπεταναίων, οπού θα λευτερώσουνε την πατρίδα, πάμε και εις τους ευγενείς τους
αφεντάδες. Όταν φτάσαμε εις τον Αγιώργη, ήταν εκεί ο Νοταράς κι ο Λόντος κι ο
θείος του ο Αντρέας· Είχαν της Κόρθος (Κορίνθου) τας προσόδους κι έπρεπε να
πλερώσουνε τα στρατέματα. Σαν έφυγα από τους Κολοκοτρωναίους, η νέα Διοίκηση
διέταξε τον Νοταρά τον Γιάννη να μας πλερώση. Πάγω μίαν ημέρα εις το κονάκι
του, τον βρίσκω και τυραγνούσε έναν πολίτη· τέτοιον τυραγνισμόν δεν τον
ξέραν να του κάμουν μήτε οι Κατζαντωναίοι οπούταν λησταί. Δεμένος ο πολίτης,
κεφάλι κι ο κ…λος ένα, και του γύρευαν χρήματα. Τότε σιχάθηκα
όλως διόλου το Ρωμαίικο, ότι μάθαμε όλοι την ληστείαν γενικώς. Του
μίλησα αυτηνού του ευγενή ότι δεν είναι καλά τα τοιαύτα «ότι όταν βλέπουν εσάς
οπού κάνετε τοιαύτα, οι άλλοι, οι μικροί, θα φάνε ζωντανούς ανθρώπους». Σας
λέγω ως τίμιος άνθρωπος, είχα ως τότε μεγάλο σέβας και σ' αυτούς και τους σιχάθηκα
να μην τους βλέπω· κι αναθεμάτισα την λευτερίαν, οπού θα κάμωμεν με αυτούς
όλους. Τότε απολπίστηκα και γύρεψα να φύγω δια έξω· με βάσταξαν κι έμεινα.
[Απομνημονεύματα Μακρυγιάννη, τόμος 1ος, σελ 265].
Β)ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ
Μέσα
από το πνευματικό φίλτρο του Καζαντζάκη διυλίζεται ένα σχετικά μακροσκελές γράμμα
ενός παλιού συμμαθητή του (Καραγιάννης ονομαζόταν) που ξενιτεύτηκε στην Αφρική.
Ο
Καραγιάννης αυτός, μας λέει ο Καζαντζάκης, είχε φύγει από την πατρίδα του, την
Κρήτη, όπου ήταν καθηγητής της Θεολογίας, πολύ νέος, με το ράσο. Τάχε ψήσει με
μια μαθήτριά του, τους είχαν πιάσει μια μέρα στα χωράφια να φλερτάρουν, τους
γιουχάισαν. Την ίδια μέρα πέταξε ο καθηγητής τα ράσα, μπήκε στο βαπόρι, πήγε
στην Αφρική σ' ένα συγγενή του, ρίχτηκε στη δουλειά, άνοιξε εργοστάσιο να
φτιάνει σκοινιά, έκαμε παράδες. Κάπου κάπου μου 'γραφε και με καλούσε να πάω να
μείνω μαζί του έξι μήνες. Ως άνοιγα κάθε του γράμμα και πριν ακόμα το διαβάσω,
ένιωθα ένα άνεμο ορμητικό να ξεχύνεται από τις μπόλικες πάντα, ραμμένες με
σπάγγο, σελίδες του και ν' αναστατώνει τα μαλλιά μου. Κι όλο κι έπαιρνα την
απόφαση να πάω στην Αφρική να τον δω, κι όλο και δεν πήγαινα.
Άρχισε να διαβάζει το γράμμα:
Πότε
λοιπόν, ελλαδίτικο στρείδι, θα πάρεις πια την απόφαση και θάρθεις; Κατάντησες,
θαρρώ, και του λόγου σου Ρωμιός και κυλιέσαι στους καφενέδες. Και δεν είναι
μονάχα, και μη θαρρείς, καφενέδες οι καφενέδες· είναι και τα βιβλία κι οι συνήθειες
κι οι περίφημες ιδεολογίες. Σήμερα είναι Κυριακή, δουλειά δεν έχω, βρίσκουμαι
στο σπίτι στο χτήμα μου και σε συλλογιέμαι. Ο ήλιος καίει καμίνι. Στάλα βροχή.
Βροχές εδώ, κατακλυσμός, Απρίλη, Μάη, Ιούνιο. Είμαι ολομόναχος, έτσι μου
αρέσει. Είναι κάμποσοι Ρωμιοί εδώ, μα δεν θέλω να τους βλέπω. Τους σιχαίνομαι.
Κι εδώ ακόμα, Ελλαδίτες, ανάθεμά σας, μας κουβαλήσατε τη λέπρα σας, τ' άτιμα
τα κομματικά· αυτά τρώνε το Ρωμιό. Ο τζόγος ακόμα τον τρώει, η
αγραμματοσύνη του κι η σάρκα.
Μισώ
τους Ευρωπαίους, γι' αυτό και γυρίζω εδώ στα βουνά του Βασαμπά. Μισώ τους
Ευρωπαίους, μα περισσότερο απ' όλους μισώ τους Ρωμιούς και το ρωμαίικο. Δε
θα ξαναπατήσω το πόδι μου στην Ελλάδα σας. Εδώ θα ψοφήσω, έβαλα κιόλα και μου
κάναν τον τάφο μου απόξω από το σπίτι μου, στο έρημο βουνό. Έβαλα και την
ταφόπετρα και χάραξα απάνω μονάχος μου με χοντρά κεφαλαία γράμματα:
ΕΝΘΑΔΕ ΚΕΙΤΕΤΑΙ ΕΝΑΣ ΡΩΜΙΟΣ ΠΟΥ
ΣΙΧΑΙΝΕΤΑΙ ΤΟΥΣ ΡΩΜΙΟΥΣ
Ξεκαρδίζουμαι
στα γέλια, φτύνω, βλαστημώ, κλαίω όταν συλλογίζουμαι την Ελλάδα. Για να
μη βλέπω το Ρωμιό και το ρωμαίικο έφυγα για πάντα από την πατρίδα· ήρθα εδώ,
έφερα εδώ τη μοίρα μου – δε με έφερε η μοίρα μου, ο άνθρωπος κάνει ό,τι θέλει!
– έφερα εδώ τη μοίρα μου και δούλεψα σαν το σκυλί και δουλεύω. Ποτάμια ιδρώτα
έχυσα και χύνω. Μάχουμαι με το χώμα, με τον αγέρα, με τη βροχή, με τους
εργάτες, μαύρους και κόκκινους.
Καμιά
χαρά δεν έχω∙ μια
μονάχα: να δουλεύω. Σωματικά και πνευματικά. Μου αρέσει να κουράζουμαι, να
ιδρώνω, ν' ακούω τα κόκκαλά μου να τρίζουν. Το χρήμα το μισώ, το πετώ, το
σπαταλώ όπου κι όπως μου καπνίσει· δεν είμαι δούλος του παρά ο παράς είναι
δούλος μου. Εγώ είμαι, τιμή μου! δούλος της δουλειάς. Κόβω ξύλα, έχω κοντράτο
(= συμβόλαιο, συμφωνητικό) με τους Εγγλέζους· φτιάνω σκοινί, τώρα φυτεύω και
μπαμπάκι. Έχω πολλούς εργάτες, μαύρους και κόκκινους και μαυροκόκκινους.
Κοπρόσκυλα, Μοιρολάτρες. Ακάθαρτοι, ψεύτες, πόρνοι. Χτες βράδυ πιάστηκαν δυο
φυλές από τους μαύρους μου οι Βαγιάγοι και οι Βαγγόνοι, για μια γυναίκα. Για
μιαν πόρνη. Το φιλότιμο, βλέπεις, το ίδιο με το δικό σας, ω Ρωμιοί! Βρισίδι,
ξύλο με ρόπαλα, έσπασαν τα κεφάλια τους. Έτρεξαν οι γυναίκες τη νύχτα και με
ξύπνησαν σκληρίζοντας να τους δικάσω. Θύμωσα, τους έστειλα στο διάολο, ύστερα
στην εγγλέζικη αστυνομία. Μα αυτοί έμειναν όλη νύχτα απόξω από την πόρτα μου κι
ούρλιαζαν. Τα ξημερώματα κατέβηκα και τους δίκασα.
Αύριο
Δευτέρα, πρωί πρωί, θ' ανέβω στα βουνά του Βασαμπά, στα πυκνά δάση, στα κρύα
νερά, στην αιώνια πρασινάδα... Ε; Πότε θα ξεκολλήσεις και συ, Ρωμιέ, από τη
Βαβυλώνα, «τη μητέρα των πορνών και των βδελυγμάτων της γης», την Ευρώπη;
Πότε θα 'ρθεις ν' ανέβουμε μαζί τ' αμόλευτα βουνά ετούτα;
Έχω,
συνεχίζει το γράμμα του Καραγιάννη, έχω ένα παιδί από μια μαύρη. Είναι θηλυκό.
Τη μάνα του την έδιωξα. Με κεράτωνε φανερά, μέρα μεσημέρι, κάτω από κάθε
πράσινο δέντρο· βαρέθηκα λοιπόν και την έδιωξα. Μα το παιδί το κράτησα, είναι
δυό χρονών. Περπατάει, αρχίζει και μιλάει, το μαθαίνω ρωμαίικα, η πρώτη φράση
που το μαθαίνω: «φτου σου, ρωμιοσύνη! φτου σου, ρωμιοσύνη!»
Μου
μοιάζει το αφιλότιμο· μονάχα η μύτη
της φαρδιά, πλακουτσωτή, είναι της μάνας της. Την αγαπώ, μα όπως αγαπούμε τη
γάτα μας και το σκύλο μας. Σα ζωάκι. Έλα να κάμεις και συ από καμιά Βασαμπά ένα
αγόρι, να τα παντρέψουμε! [Νίκου Καζαντζάκη, Βίος και Πολιτεία του Αλέξη
Ζορμπά, σλ 171-174]
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1.
ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ ΣΤΡΑΤΗΓΟΥ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗ, Επιμέλεια
Έλλης Αλεξίου, Εκδόσεις: Γ. ΜΕΡΜΗΓΚΑ, Αθήνα (1976) 1ος και 2ος τόμος.
2.
Νίκου Καζαντζάκη: Βίος και Πολιτεία του Αλέξη
Ζορμπά, Έβδομη Έκδοση, Αθήνα 1968.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ –
ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ
Και
ο Μακρυγιάννης και ο Καζαντζάκης στηλιτεύουν (με σκοπό να διορθώσουν) τα
τρωτά του ρωμαίικου και της ρωμιοσύνης (ως κρατικής οντότητας, ως
νοοτροπίας, ως απείθαρχου χαρακτήρα). Και δεν σταματούν εκεί. Ο μεν
Μακρυγιάννης σε όλο το
έργο των Απομνημονευμάτων του στάζουν μέλι η γλώσσα του και η γραφίδα του μιλώντας
και γράφοντας για τους Έλληνες με επιπολάζουσα (υπερισχύουσα) έκφραση «αθάνατοι
Έλληνες», όπως χαρακτηρίζει τους συμπολεμιστές του.
Ο
δε Καζαντζάκης αυτοβούλως προσφέρεται να παράσχει βοήθεια στους διωκόμενους από
τους μπολσεβίκους Έλληνες της Νότιας
Ρωσίας, όπου επήγε για να τους μεταφέρει στην Ελληνική Πατρίδα.
























Ξενοδοχείο Αντωνιάδης
























Δεν υπάρχουν σχόλια
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.