Τελευταίες Ειδήσεις

Μισθοί και τιμές σε αντίθετες ταχύτητες: Η Ελλάδα του 2005 και του 2025



Η συζήτηση για την πορεία της ελληνικής οικονομίας γίνεται συνήθως με μεγάλους αριθμούς: ρυθμός ανάπτυξης, πρωτογενές αποτέλεσμα, δημόσιο χρέος, επενδυτική βαθμίδα. Όμως η οικονομική πραγματικότητα γίνεται αντιληπτή πολύ πιο άμεσα στο ταμείο του σούπερ μάρκετ, στο ενοίκιο, στον λογαριασμό ενέργειας και στο υπόλοιπο που απομένει λίγες ημέρες πριν από τον επόμενο μισθό. Η σύγκριση του 2005 με το 2025 είναι γι’ αυτό αποκαλυπτική. Δεν αντιπαραβάλλει απλώς δύο χρονιές· περιλαμβάνει την περίοδο της πιστωτικής ευφορίας, τη δημοσιονομική κατάρρευση, τη μακρά εσωτερική υποτίμηση, την πανδημία και το πληθωριστικό σοκ της ενέργειας και των τροφίμων.

Το βασικό εύρημα είναι καθαρό. Ο εναρμονισμένος δείκτης τιμών καταναλωτή αυξήθηκε σωρευτικά περίπου 45,5% μεταξύ 2005 και 2025. Την ίδια περίοδο, το μέσο διαθέσιμο εισόδημα, προσαρμοσμένο στο μέγεθος του νοικοκυριού αυξήθηκε σε ονομαστικούς όρους περίπου . Με άλλα λόγια, ένα αντιπροσωπευτικό καλάθι που κόστιζε 100 ευρώ το 2005 απαιτούσε περίπου 145,5 ευρώ το 2025, ενώ το αντιπροσωπευτικό εισόδημα δεν ακολούθησε αντίστοιχη πορεία. Αυτή η απόσταση είναι η ουσία της απώλειας αγοραστικής δύναμης.

Η σύγκριση δεν σημαίνει ότι κάθε προϊόν ακρίβυνε κατά 45,5% ούτε ότι κάθε εργαζόμενος έχασε ακριβώς το ίδιο ποσοστό ευημερίας. Οι ανάγκες διαφέρουν ανά ηλικία, τόπο κατοικίας, οικογενειακή κατάσταση και ιδιοκτησία κατοικίας. Η επίσημη στατιστική όμως προσφέρει ένα συνεπές μέτρο του μέσου καλαθιού και επιτρέπει να δούμε τη μεγάλη εικόνα χωρίς να βασιστούμε σε αναμνήσεις ή επιλεκτικές τιμές. Και η μεγάλη εικόνα είναι ότι η ονομαστική αύξηση εισοδήματος δεν κάλυψε το σωρευτικό κόστος ζωής.







Τιμές και εισοδήματα με κοινή βάση το 2005. Πηγή: Eurostat

 

Τι συγκρίνουμε

Το 2025, σύμφωνα με την ετήσια έκθεση ΕΡΓΑΝΗ, ο μέσος μεικτός μισθός πλήρους και μερικής απασχόλησης στον ιδιωτικό τομέα ανήλθε σε 1.362,66 ευρώ, ενώ ο μέσος μισθός πλήρους απασχόλησης σε 1.516 ευρώ. Πρόκειται για ουσιαστική βελτίωση σε σχέση με τα χαμηλά της προηγούμενης δεκαετίας. Δεν αναιρεί όμως το γεγονός ότι η ανάκαμψη ξεκίνησε από βαθιά μειωμένη βάση. Η σειρά της Eurostat για τον μέσο ετήσιο μισθό πλήρους απασχόλησης δείχνει 18.078 ευρώ το 2005 και 17.954 ευρώ το 2024. Η επιλογή διαφορετικού δείκτη μπορεί να αλλάξει το ακριβές ποσοστό, όχι όμως τη διαπίστωση ότι οι πραγματικές αποδοχές άργησαν να ανακτήσουν το χαμένο έδαφος.


Για ένα νοικοκυριό χαμηλού εισοδήματος, τα τρόφιμα, η στέγαση, η ενέργεια και οι μεταφορές καταλαμβάνουν μεγαλύτερο τμήμα του προϋπολογισμού από ό,τι για ένα εύπορο νοικοκυριό. Όταν αυτές οι κατηγορίες αυξάνονται ταχύτερα από τον γενικό δείκτη, ο «προσωπικός πληθωρισμός» των χαμηλότερων εισοδημάτων είναι υψηλότερος. Από το 2005 ως το 2025 τα τρόφιμα και μη αλκοολούχα ποτά αυξήθηκαν περίπου 61,3%, η ευρεία κατηγορία στέγασης, νερού, ηλεκτρισμού, αερίου και καυσίμων περίπου 70,6%, ενώ ο ηλεκτρισμός, το αέριο και τα λοιπά καύσιμα περίπου 164,9%. Οι μεταφορές αυξήθηκαν περίπου 58,9% και η εστίαση και τα ξενοδοχεία 62,6%.

Οι μεταβολές αυτές εξηγούν γιατί η εμπειρία της ακρίβειας είναι εντονότερη από τον γενικό δείκτη. Ένα νοικοκυριό δεν μπορεί να αναβάλει επ’ αόριστον το φαγητό, τη θέρμανση ή τη μετακίνηση προς την εργασία. Μπορεί όμως να περιορίσει τον πολιτισμό, τις διακοπές, την αντικατάσταση εξοπλισμού ή την προληπτική φροντίδα. Έτσι, η προσαρμογή δεν εμφανίζεται μόνο ως μικρότερη ποσότητα κατανάλωσης αλλά ως υποβάθμιση ποιότητας ζωής, υγείας και ανθρώπινου κεφαλαίου.

Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται στη στέγαση. Για τον νέο που αναζητά σήμερα σπίτι στην Αθήνα ή τη Θεσσαλονίκη, το κόστος εισόδου στην αγορά μπορεί να είναι πολύ βαρύτερο από τον μέσο δείκτη. Γι’ αυτό ο ασφαλέστερος κοινωνικός δείκτης είναι η στεγαστική επιβάρυνση: το 2024 το 30,3% των νέων 15–29 ετών στην Ελλάδα ζούσε σε νοικοκυριά που διέθεταν τουλάχιστον 40% του εισοδήματός τους για στέγαση, το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση.


 Σωρευτική αύξηση βασικών κατηγοριών δαπανών, 2005–2025. Πηγή: Eurostat.

Όταν ο μήνας δεν αφήνει αποταμίευση

Η αποταμίευση δεν είναι πολυτέλεια ούτε απλή ηθική επιλογή. Είναι ο μηχανισμός με τον οποίο ένα νοικοκυριό απορροφά ένα απρόοπτο έξοδο, χρηματοδοτεί εκπαίδευση, συγκεντρώνει προκαταβολή κατοικίας, δημιουργεί επιχείρηση ή αποφασίζει να αποκτήσει παιδί χωρίς κάθε μικρή ανατροπή να μετατρέπεται σε κρίση. Το 2005 το ακαθάριστο ποσοστό αποταμίευσης των ελληνικών νοικοκυριών ήταν 7,23% του διαθέσιμου εισοδήματος. Το 2024 ήταν -1,65%. Αρνητικό ποσοστό σημαίνει ότι, συνολικά, τα νοικοκυριά κατανάλωναν περισσότερο από το τρέχον διαθέσιμο εισόδημά τους, χρησιμοποιώντας παλαιότερες αποταμιεύσεις ή νέο δανεισμό.

Η αρνητική αποταμίευση δεν πρέπει να διαβαστεί μηχανικά ως απόδειξη ότι κάθε νέος δανείζεται. Μπορεί ταυτόχρονα η συνολική χρηματοοικονομική περιουσία να αυξάνεται και μεγάλα τμήματα του πληθυσμού να μην έχουν ρευστό απόθεμα. Η Τράπεζα της Ελλάδος ανέφερε ότι η χρηματοοικονομική περιουσία των νοικοκυριών έφθασε σε ιστορικό υψηλό 365,2 δισ. ευρώ το πρώτο τρίμηνο του 2025, παρατηρώντας παράλληλα ότι η αύξησή της στήριζε την κατανάλωση και την αποταμίευση με αρνητικό πρόσημο. Το άθροισμα του πλούτου δεν μας λέει σε πόσα χέρια βρίσκεται ούτε πόσο εύκολα μετατρέπεται σε ασφάλεια για τον μέσο νέο.

Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας της διαγενεακής ανισότητας. Όποιος διαθέτει οικογενειακή κατοικία, γονική βοήθεια ή κληρονομημένο κεφάλαιο μπορεί να απορροφήσει τα υψηλά ενοίκια και να δημιουργήσει νέο περιουσιακό στοιχείο. Όποιος ξεκινά μόνο από τον μισθό του αντιμετωπίζει διπλό εμπόδιο: πληρώνει μεγάλο ποσοστό του εισοδήματος για τρέχουσα στέγαση και ταυτόχρονα αδυνατεί να συγκεντρώσει την προκαταβολή που θα τον μετέφερε στην ιδιοκτησία. Έτσι η οικονομική θέση των γονέων επηρεάζει όλο και περισσότερο τις δυνατότητες των παιδιών.

Ποσοστό αποταμίευσης των ελληνικών νοικοκυριών. Για το 2025 δεν υπήρχε πλήρης σειρά κατά τη σύνταξη. Πηγή: Eurostat.

Γιατί δυσκολεύει η κοινωνική άνοδος

Η κοινωνική κινητικότητα περιγράφει τη δυνατότητα ενός ανθρώπου να βελτιώσει την κοινωνικοοικονομική του θέση σε σχέση με το οικογενειακό περιβάλλον στο οποίο γεννήθηκε. Προϋποθέτει ποιοτική εκπαίδευση, πρόσβαση στην εργασία, δυνατότητα γεωγραφικής μετακίνησης και ένα ελάχιστο κεφάλαιο για να αναληφθεί κίνδυνος. Όταν ο μισθός καλύπτει κυρίως τρέχουσες ανάγκες, η επιλογή σπουδών, αλλαγής πόλης, περιόδου αναζήτησης καλύτερης εργασίας ή επιχειρηματικής προσπάθειας γίνεται προνόμιο όσων διαθέτουν οικογενειακή στήριξη.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα έχει επιστρέψει σε μια ακίνητη κοινωνία χωρίς ευκαιρίες. Η εκπαιδευτική κινητικότητα έχει βελτιωθεί σε βάθος δεκαετιών και η πτώση της ανεργίας μετά την κρίση είναι πραγματική. Η ανεργία τον Δεκέμβριο του 2025 διαμορφώθηκε, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, στο 7,5%, σημαντικά χαμηλότερα από τα επίπεδα της προηγούμενης δεκαετίας. Ωστόσο, η κατοχή πτυχίου και η εύρεση εργασίας δεν εγγυώνται πλέον γρήγορη οικονομική ανεξαρτησία. Η κρίσιμη μετάβαση δεν είναι μόνο από την ανεργία στην εργασία, αλλά από την εργασία στην αυτονομία.

Η έκθεση του OECD για την οικονομική ανεξαρτησία των νέων στην Ελλάδα καταγράφει ότι περίπου 74% των ατόμων 20–29 ετών ζει με τους γονείς του και ότι η μέση ηλικία αποχώρησης από την οικογενειακή κατοικία είναι 30,9 έτη, έναντι 26,2 ετών στον ευρωπαϊκό μέσο όρο του OECD. Τα δεδομένα δεν πρέπει να ερμηνεύονται αποκλειστικά οικονομικά, επειδή οι οικογενειακοί δεσμοί και οι πολιτισμικές επιλογές παίζουν ρόλο. Όμως η εξαιρετικά υψηλή στεγαστική επιβάρυνση των νέων δείχνει ότι η παραμονή στο πατρικό δεν είναι πάντοτε ελεύθερη επιλογή.

Νέοι, οικογένεια και δημογραφικό

Η απόφαση για δημιουργία οικογένειας δεν εξαρτάται μόνο από το εισόδημα. Επηρεάζεται από τις αξίες, την ισότητα των φύλων, τη διαθεσιμότητα παιδικής φροντίδας, την ποιότητα εργασίας, τη στέγη και την αίσθηση ότι το μέλλον είναι προβλέψιμο. Η οικονομική ασφάλεια όμως αποτελεί αναγκαία υποδομή. Όταν η αποχώρηση από το πατρικό καθυστερεί, η σταθερή κατοικία είναι ακριβή και το αποθεματικό μηδενικό, ο οικογενειακός προγραμματισμός μεταφέρεται σε μεγαλύτερη ηλικία. Η καθυστέρηση μειώνει το χρονικό περιθώριο για τον αριθμό παιδιών που επιθυμούν τα ζευγάρια και αυξάνει τον κίνδυνο η πρόθεση να μη μετατραπεί ποτέ σε γέννηση.

Το 2025 οι ζώντες γεννήσεις στην Ελλάδα περιορίστηκαν σε 65.594, από 68.467 το 2024, μείωση 4,2% σε ένα έτος. Ο αριθμός των γεννήσεων δεν αποδεικνύει μόνος του αιτιώδη σχέση με τις τιμές ή τους μισθούς, καθώς επηρεάζεται και από το μέγεθος των γυναικείων γενεών αναπαραγωγικής ηλικίας. Συνδυάζεται όμως με μια ευρύτερη εικόνα αναβολής της αυτονομίας, χαμηλής αποταμίευσης και ακριβής στέγασης. Η διεθνής βιβλιογραφία του OECD συνδέει το υψηλό άμεσο και έμμεσο κόστος των παιδιών, ιδίως το κόστος κατοικίας και τη διακοπή της επαγγελματικής πορείας, με τη μείωση της γονιμότητας.

Το δημογραφικό πρόβλημα, με τη σειρά του, επιστρέφει στην οικονομία. Μικρότερες γενιές εργαζομένων καλούνται να στηρίξουν μεγαλύτερο αριθμό ηλικιωμένων, επιβαρύνοντας το ασφαλιστικό και την υγεία. Η στενότερη φορολογική βάση περιορίζει τη δυνατότητα χρηματοδότησης κοινωνικών υπηρεσιών, ενώ η έλλειψη εργατικού δυναμικού δυσκολεύει την ανάπτυξη. Πρόκειται για αυτοτροφοδοτούμενο κύκλο: η ανασφάλεια μειώνει ή καθυστερεί τις γεννήσεις και η δημογραφική συρρίκνωση αυξάνει τη μελλοντική οικονομική επιβάρυνση των νέων.

Τι μπορεί να αλλάξει

Η αντιμετώπιση του προβλήματος δεν μπορεί να περιοριστεί σε οριζόντια επιδόματα κατανάλωσης. Οι έκτακτες ενισχύσεις είναι χρήσιμες απέναντι σε ένα προσωρινό σοκ, αλλά αν οι υψηλές τιμές και η χαμηλή αποταμίευση είναι δομικές, απαιτείται αλλαγή της δυνατότητας παραγωγής εισοδήματος και συσσώρευσης κεφαλαίου. Πρώτη προτεραιότητα είναι η μισθολογική σύγκλιση μέσω παραγωγικότητας: επενδύσεις, δεξιότητες, μεγέθυνση επιχειρήσεων, ανταγωνισμός και σύνδεση των αμοιβών με την προστιθέμενη αξία. Η απλή διοικητική αύξηση του κατώτατου μισθού βελτιώνει άμεσα τα χαμηλά εισοδήματα, αλλά χρειάζεται να συνοδεύεται από παραγωγική βάση ώστε να είναι διατηρήσιμη και να μη μεταφέρεται πλήρως στις τιμές.

Δεύτερη προτεραιότητα είναι η στέγαση. Χρειάζεται αύξηση της πραγματικής προσφοράς μέσω ενεργοποίησης κενών κατοικιών, ταχύτερων ανακαινίσεων, κοινωνικής και προσιτής κατοικίας, φοιτητικών εστιών και σταθερού πλαισίου μακροχρόνιας μίσθωσης. Οι επιδοτήσεις ζήτησης χωρίς αύξηση προσφοράς κινδυνεύουν να κεφαλαιοποιηθούν στα ενοίκια. Η πολιτική πρέπει να αξιολογείται με βάση το ποσοστό εισοδήματος που καταβάλλει ο νέος για κατάλληλη κατοικία, όχι μόνο τον αριθμό των δικαιούχων ενός προγράμματος.

Τρίτη προτεραιότητα είναι η δημιουργία περιουσιακού αποθέματος για όσους δεν κληρονομούν. Λογαριασμοί αποταμίευσης με αντιστοίχιση εισφορών για νέους χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος, φορολογικά ουδέτερη μακροχρόνια αποταμίευση, χρηματοοικονομική εκπαίδευση και προσεκτικά σχεδιασμένη πρόσβαση σε πρώτη κατοικία μπορούν να μειώσουν την εξάρτηση από τη γονική περιουσία. Ο στόχος δεν είναι να ωθηθούν όλοι στον δανεισμό, αλλά να γίνει ξανά εφικτή η μετατροπή ενός μέρους του μισθού σε κεφάλαιο.

Τέταρτη προτεραιότητα είναι η οικογένεια ως οικονομική υποδομή: επαρκείς βρεφονηπιακοί σταθμοί, ολοήμερα σχολεία, προβλέψιμες άδειες, ισότιμη συμμετοχή των πατέρων και σταθερές εργασιακές σχέσεις. Το εφάπαξ επίδομα γέννησης έχει συμβολική και πρακτική αξία, αλλά δεν υποκαθιστά δεκαετίες κόστους φροντίδας και στέγασης. Η πολιτική πρέπει να μειώνει τη διαφορά μεταξύ του αριθμού παιδιών που οι πολίτες επιθυμούν και εκείνου που τελικά μπορούν να αποκτήσουν.

Τέλος, απαιτείται καλύτερη μέτρηση. Η δημόσια συζήτηση χρειάζεται πίνακες πραγματικών μισθών ανά ηλικία και κλιμάκιο, αποταμίευση ανά ηλικιακή και εισοδηματική ομάδα, κόστος νέων μισθώσεων και κατανομή καθαρού πλούτου. Ο μέσος όρος από μόνος του είναι ανεπαρκής. Όσο η πολιτική αξιολογείται μόνο από το ΑΕΠ ή τον μέσο μισθό, θα υπάρχει κίνδυνος να χάνεται η εμπειρία εκείνων που εργάζονται αλλά δεν μπορούν να αυτονομηθούν.

Το πραγματικό τεστ της ανάπτυξης

Η εικοσαετία 2005–2025 δεν είναι μια απλή ιστορία πληθωρισμού. Είναι η ιστορία μιας κοινωνίας που είδε το κόστος του μέσου καλαθιού να αυξάνεται περίπου 45,5%, ενώ το μέσο και διάμεσο ισοδύναμο εισόδημα αυξήθηκαν περίπου 20% και 24%. Είναι επίσης η ιστορία μιας βαθιάς κατάρρευσης του πραγματικού εισοδήματος και μιας ανάκαμψης που, ως το 2024, δεν είχε ακόμη επιστρέψει τον μέσο κάτοικο στο επίπεδο πραγματικών πόρων του 2005. Το 2025 εμφανίζει πρόοδο σε απασχόληση και μισθούς, αλλά η πρόοδος πρέπει να κριθεί απέναντι στις συσσωρευμένες απώλειες, όχι μόνο απέναντι στο προηγούμενο έτος.

Η μεγαλύτερη κοινωνική συνέπεια δεν είναι ότι όλοι έγιναν φτωχότεροι με τον ίδιο τρόπο. Είναι ότι το αρχικό κεφάλαιο της οικογένειας απέκτησε μεγαλύτερη σημασία. Όποιος έχει κατοικία ή στήριξη μπορεί να μετατρέψει την ανάκαμψη σε αποταμίευση και περιουσία. Όποιος πληρώνει υψηλό ενοίκιο από έναν μισθό που κυνηγά τις τιμές παραμένει εγκλωβισμένος στην κάλυψη του παρόντος. \

Η αποκατάσταση της αγοραστικής δύναμης δεν είναι μόνο θέμα κοινωνικής δικαιοσύνης. Είναι αναπτυξιακή και δημογραφική αναγκαιότητα. Μια γενιά χωρίς αποταμίευση δυσκολεύεται να επενδύσει, να επιχειρήσει, να μετακινηθεί και να δημιουργήσει οικογένεια. Η Ελλάδα χρειάζεται ανάπτυξη που να μετριέται όχι μόνο σε ποσοστά προϊόντος, αλλά στη δυνατότητα του εργαζομένου να καλύπτει τις ανάγκες του, να κρατά μέρος του εισοδήματός του και να σχεδιάζει το μέλλον χωρίς να εξαρτάται από κληρονομιά. Αυτό είναι το πραγματικό τεστ της σύγκλισης: αν η εργασία μπορεί ξανά να παράγει ασφάλεια, επιλογές και ανοδική κινητικότητα.

Το συμπέρασμα σε ένα λεπτό

Από το 2005 έως το 2025 οι τιμές στην Ελλάδα αυξήθηκαν συνολικά κατά 45,5%. Την ίδια ώρα, το μέσο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών αυξήθηκε περίπου 20% και το διάμεσο 24,2%. Άρα οι τιμές προχώρησαν σχεδόν δύο φορές ταχύτερα από τα εισοδήματα. Το αποτέλεσμα το βλέπουμε καθημερινά: μεγαλύτερο μέρος του μισθού πηγαίνει σε τρόφιμα, στέγη, ενέργεια και μετακινήσεις, ενώ περισσεύουν λιγότερα για αποταμίευση και σχέδια ζωής.

Η πίεση δεν είναι ίδια για όλους. Όποιος έχει δικό του σπίτι ή οικονομική βοήθεια από την οικογένεια ξεκινά από πολύ καλύτερη θέση. Όποιος πληρώνει υψηλό ενοίκιο και βασίζεται μόνο στον μισθό του δυσκολεύεται να δημιουργήσει απόθεμα ασφαλείας. Έτσι, η ακρίβεια δεν μειώνει μόνο την κατανάλωση. Μειώνει τις επιλογές, δυναμώνει την εξάρτηση από την οικογένεια και περιορίζει την κοινωνική κινητικότητα.

 

Αλεξίου Απόστολος

Οικονομολόγος - Λογιστής

 

Δεν υπάρχουν σχόλια

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.