«ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΕΣ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΛΩΣΕΙΣ».
Α. ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΟΥΣ ΤΗΣ ΔΥΣΕΩΣ (1204)
Β. ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΤΟΥΡΚΟΥΣ (1453)
Του Κων/νου Β. Παυλάκου,
π. Σχολικού Συμβούλου Φιλολόγων
1) Η ομορφιά σβήνεται
αμέσως μόλις αναλογισθούμε τα ιστορικά γεγονότα. [Νίτσε: Η θέληση της
δυνάμεως].
2) Σελτζούκοι, ροπαλοφόροι καραδοκούν.
Χαγάνοι ορνεοκέφαλοι βυσσοδομούν.
Σκυλοκοίτες και νεκρόσιτοι κι ερεβομανείς
κοπροκρατούν το μέλλον.
[Οδυσσέας Ελύτης, Νόμπελ Λογοτεχνίας, 1979, «Το
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ»
3) Είμαστε το μόνο Έθνος που
δεν απελευθέρωσε την πρωτεύουσά του, (δηλ. την Κωνσταντινούπολη)
[Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ, Βυζαντινολόγος,
πρύτανις του
Πανεπιστημίου της Σορβόννης]
Α. ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΛΩΣΗ ΑΠΟ ΤΟΥΣ
ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΟΥΣ ΤΟ 1204.
ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ
Μαρτυρία 1η. Η λεηλασία
και η αγριότητα που επακολούθησε ήταν χωρίς προηγούμενο. Μέσα σε λίγες ώρες εξαφανίστηκαν
θησαυροί που φυλάγονταν επί αιώνες. Εκκλησίες, ιερά σκεύη,
ιδιωτικές κατοικίες, μνημεία τέχνης κατεστράφησαν. Γυναίκες ατιμάστηκαν.
Οι βιβλιοθήκες κατεστράφησαν, τα χειρόγραφα εξαφανίστηκαν, η Αγιά Σοφιά
λαφυραγωγήθηκε. Στη λαφυραγωγία, μάλιστα, δεν επήραν μέρος μόνο οι ιππότες
της Δύσεως, αλλά και Λατίνοι αββάδες και μοναχοί. Γενικά, η πριν ζηλευτή
Βασιλεύουσα έχασε τη λαμπρότητά της, αφού επιπλέον τρεις πυρκαϊές κατά
τις πολιορκίες, είχαν ερειπώσει τις μεγάλες της συνοικίες.
[Κώστα Κυριακόπουλου: ΣΕΛΙΔΕΣ
ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ, Αθήνα 1977, σελ. 241]
Μαρτυρία 2η. Στις 13 Απριλ. 1204 η Βυζαντινή Πρωτεύουσα
υπέκυψε μπροστά στην υπεροχή των εισβολέων και οι κατακτητές εισέβαλαν στην Κων/πολη.
Έτσι η Πόλη. που αντιστάθηκε πεισματικά στις φοβερές επιθέσεις των Περσών και
των Αράβων, των Αβάρων και των Βουλγάρων, έγινε τώρα λεία των Σταυροφόρων
και των Βενετών. Τρεις ολόκληρες μέρες δοκιμαζόταν η Κων/πολη από τις λεηλασίες
και τις δολοφονίες. Οι αμύθητοι θησαυροί του μεγαλυτέρου
πολιτιστικού κέντρου του τότε κόσμου συλήθηκαν από τους κατακτητές και σ’
ένα ποσοστό κατεστράφησαν με τον πιο βάρβαρο τρόπο. «Από τη δημιουργία του
κόσμου δεν υπήρξε τέτοιος πλούτος σε μια πόλη», αποκαλύπτει ο ιστορικός
της σταυροφορίας Βιλλεαρδουίνος. Ακόμα και οι Ισμαηλίτες (=Σαρακηνοί) «είναι
φιλάνθρωποι και ήμεροι» σε σύγκριση μ’ αυτούς «τους άνδρες οι
οποίοι έφεραν τον σταυρόν επ’ ώμων» καθώς παρατηρεί ο βυζαντινός
χρονογράφος Νικήτας Χωνιάτης.
[Georg Ostrogorsky: Ιστορία του Βυζαντινού
Κράτους, Ελληνική Μετάφραση, τόμος Γ΄, Αθήνα 1993, σελ. 89-90]
Μαρτυρία 3η. Μετά την άλωση της Κων/πόλεως
το 1204 οι σταυροφόροι επιδόθηκαν επί τριήμερον σε πρωτοφανή για τα ιστορικά
χρονικά λεηλασία της Πόλης, που ήταν η πλουσιότερη και λαμπρότερη πόλη του
κόσμου. Οι ιππότες της Δύσης και οι στρατιώτες τους, καθώς και οι Λατίνοι
ιερωμένοι επέπεσαν με πρωτοφανή λύσσα και βουλιμία στους θησαυρούς, οι
οποίοι επί αιώνες συγκεντρώνονταν και διαφυλάσσονταν στην βασιλεύουσα. Τίποτε δεν
σεβάστηκαν, ούτε ναούς, ούτε μοναστήρια, ούτε
έργα τέχνης, πολύ δε περισσότερο τις ιδιωτικές περιουσίες. Πλείστα κειμήλια,
χειρόγραφα και έργα τέχνης εκτός από τα καταστραφέντα, μεταφέρθηκαν
στη Δύση και σώζονται σε διάφορες εκκλησίες ή αλλού. Οι τέσσερεις
ορειχάλκινοι ίπποι, π.χ., οι οποίοι κοσμούσαν τον Ιππόδρομο, μεταφέρθηκαν στην Βενετία
και στήθηκαν μπροστά από τον ναό του Αγίου Μάρκου.
[Νέα Γενική Ιστορία Ελλήνων, Δ. Απέργη – Κ. Εμμανουήλ
και ΣΙΑ ΟΕ, 1972 Αθήναι, τόμος 7ος, σελ. 267-268]
Μαρτυρία 4η. Η λεηλασία που επακολούθησε
την κατάληψη της Κων/πόλεως από τους σταυροφόρους υπήρξε άνευ προηγουμένου στην
Ιστορία. Καταληφθέντες, από μανία καταστροφής, οι Γάλλοι και Φλαμανδοί σταυροφόροι
ξεχύθηκαν στους δρόμους της βασιλεύουσας, καταστρέφοντας τα πάντα, παραβιάζοντας
τις οικίες και διαρπάζοντας κάθε αντικείμενο το οποίο είχε στιλπνότητα, σφάζοντας
και βιάζοντας και επιδιδόμενοι σε οργιώδη οινοποσία. Δεν λυπήθηκαν ούτε
τους ναούς, τα μοναστήρια και τις βιβλιοθήκες. Μέσα στον ναό της Αγίας Σοφίας,
οι μεθυσμένοι σιδηρόφραγκοι σταυροφόροι του Μεσαίωνος, οι οποίοι ξεκίνησαν για
την απελευθέρωση των Αγίων Τόπων, καταξέσχιζαν τα μεταξωτά παραπετάσματα και
καταθρυμμάτιζαν το μέγα αργυρό εικονοστάσιο, άρπαξαν τα ιερά σκεύη,
ενώ επί του δαπέδου ιερά βιβλία και εικόνες καταπατούνταν.
Όπως αναφέρει ο Νικήτας Χωνιάτης οι Σαρακηνοί
δεν θα φέρονταν με τόση σκληρότητα. Οι Φράγκοι επέδραμαν και λεηλατούσαν
αδιακρίτως ανάκτορα και καλύβες, καταστρέφοντας κάθε τι που δεν
μπορούσαν να μεταφέρουν, ενώ βίαζαν τις μοναχές στα μοναστήρια τους. Η λεηλασία
και η σφαγή συνεχίστηκε επί τριήμερον, κατά την διάρκεια του οποίου η
μεγαλοπρεπής και ωραία πόλη, που υπήρξε επί εννέα αιώνες η πρωτεύουσα του
χριστιανισμού, μετεβλήθη σε ερείπια. Πολλά από τα έργα τέχνης του αρχαίου
κόσμου, τα οποία είχαν διασωθεί, καθώς και πολλά αριστουργήματα των εξόχων
καλλιτεχνών και τεχνιτών του Βυζαντίου κατεστράφησαν δια παντός. Μόνοι οι
Ενετοί, γνωρίζοντας την αξία των αντικειμένων αυτών, διέσωσαν ό,τι μπορούσαν,
αλλά για να το μεταφέρουν στην πατρίδα τους και να κοσμήσουν τις πλατείες, τις
εκκλησίες και τα ανάκτορα τους. Ορισμένες όμως πηγές αναφέρουν ότι «οι Ενετοί
πούλησαν σημαντικό μέρος της λείας στους Τούρκους».
Τελικά οι ηγέτες των σταυροφόρων, όταν
αντιλήφθηκαν ότι δεν θα αποκόμιζαν κανένα όφελος από την καταστροφή της
πλούσιας πόλης, διέταξαν τον τερματισμό της λεηλασίας. Όσοι πήραν πολύτιμα
αντικείμενα διετάχθησαν να τα παραδώσουν στους Φράγκους ευγενείς, αλλά η
διαταγή αυτή υπήρξε συμφορά για τους κατοίκους, οι οποίοι βασανίζονταν
για να αποκαλύψουν εάν είχαν αποκρύψει τέτοια αντικείμενα.
Μολονότι πάρα πολλά από τα
κλαπέντα δεν παραδόθηκαν, πολλά αντικείμενα είχαν επίσης καταστραφεί, η λεία που
συγκεντρώθηκε ήταν εξαιρετικά πλούσια. Όπως αναφέρει ο Βιλλεαρδουίνος, ήταν
αδύνατη η καταμέτρηση του χρυσού και του αργύρου, των κοσμημάτων και των πολυτίμων
λίθων, των μεταξωτών, των γουναρικών και των χρυσοΰφαντων υφασμάτων. Και
προσθέτει ότι ουδέποτε από καταβολής κόσμου τόσο μεγάλος πλούτος είχε
συληθεί από μία μόνο πόλη. Τα λάφυρα διαμοιράσθηκαν μεταξύ των νικητών
σύμφωνα προς τους όρους της μεταξύ τους συνθήκης. [Νέα Γενική Ιστορία των
Ελλήνων, τόμος 8ος, σελ. 11-12]
Μαρτυρία 5η. Οι Σταυροφόροι
εισήλθαν στην Πόλη στις 12 Απρ. 1204. Την πρώτη κατέσφαξαν
πλέον των 2000 πολιτών και επιδόθηκαν σε λεηλασίες και σφαγές επί
αρκετές ημέρες. Λεηλατήθηκαν τα ανάκτορα και οι κατοικίες των πλουσίων. Μάταια
οι κάτοικοι ικέτευαν τους βαρώνους, τους κόμητες και τους ιππότες, οι οποίοι
συνέχιζαν να σφάζουν, να λεηλατούν και να βιάζουν γυναίκες.
Ο χρονογράφος Νικήτας Χωνιάτης έχει δώσει περιγραφές των πάσης φύσεως
αγριοτήτων. Οι Λατίνοι είχαν από αιώνες την επιθυμία να ληστέψουν την Πόλη. Ο
λαός περίτρομος εγκατέλειπε τα υπάρχοντά του και κατέφευγε στις επαρχίες. Οι
άρχοντες προσπαθούσαν να βρουν ένα ευτελέστατο άσυλο. Τα μεγαλύτερα οικήματα
κατεδαφίσθησαν. Οι πλατείες και τα μνημεία εκακοποιήθησαν κατά χείριστο τρόπο.
Η πρώτη βάναυση λεηλασία των Ενετών ήταν να αποσπάσουν τους τέσσερεις
χάλκινους ίππους του Ιπποδρόμου, και στολίζουν σήμερα την κύρια πύλη του
ναού του Αγίου Μάρκου. [Μενέλαου Παγουλάτου: ΒΥΖΑΝΤΙΟΝ,
Αθήναι 2004, σελ. 486,489]
Τα χάλκινα άλογα στη Βασιλική του Αγίου Μάρκου, που
έκλεψαν οι Σταυροφόροι από τον Ιππόδρομο της Κωνσταντινουπόλεως το 1204
Μαρτυρία 6η. Γιάννη Κορδάτου: Μεγάλη Ιστορία της
Ελλάδας, τόμος VII (7ος), Eκδόσεις 20ος
Αιώνας, σελ. 618: Οι σταυροφόροι έβαλαν το ίδιο βράδυ φωτιά
και κάψανε πολλές συνοικίες. Αυτό που έγινε δεν περιγράφεται. Η «βασιλίς
των πόλεων» πέρασε μέρες αφάνταστης τρομοκρατίας. Χιλιάδες σφάχτηκαν και
τα σπίτια ρημάχτηκαν. Μέρες ολόκληρες οι σταυροφόροι λεηλατούσαν, αιχμαλώτιζαν,
έκλεβαν, βίαζαν, σκότωναν… Κυριολεκτικά σωστή κόλαση.
Σελ. 626: Ανείπωτες οι
καταστροφές που έκαναν οι δυτικοί στην ονομαστή πρωτεύουσα του Βυζαντίου. Δεν
άφησαν πέτρα πάνω στην πέτρα. Άρπαξαν και ατίμασαν γυναίκες. Έβαλαν
γαϊδούρια μέσα στις εκκλησίες. Έσφαζαν, μεταχειρίστηκαν σαν δούλους τους
Βυζαντινούς, κατέστρεψαν και έκλεψαν έργα τέχνης.
Ο Βιλεαρδουίνος γράφει: «Η λεία
ήταν τόσο μεγάλη, που δεν μπορούσαν να την υπολογίσουν. Απαρτιζότανε από χρυσάφι,
ασήμι, πολύτιμα πετράδια, χρυσά και ασημένια σκεύη,
μεταξωτά φορέματα, γούνες και ό,τι υπέροχο υπάρχει σ’ αυτόν τον κόσμο»
Ο Μαρξ, γράφει ο
Κορδάτος στη σελ. 627, έχοντας υπ’ όψη τις περιγραφές των βυζαντινών για την
άλωση της Πόλης, στιγματίζει τους δυτικούς και τους χαρακτηρίζει ληστές.
Χάρη σ’ αυτή τη ληστεία: «Οι τέχνες και η βιοτεχνία της Ανατολής γίνονται πολύ
γνωστότερες στη Δύση: τα σπίτια, τα παλάτια, οι εκκλησίες των Λατίνων
στολίζονται ύστερα με τα κλεμμένα έργα. Ξεχωριστή δραστηριότητα έδειξαν
σ’ αυτήν την λεηλασία οι «άξιοι» Βενετσάνοι...»._
Β. ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΛΩΣΗ ΑΠΟ ΤΟΥΣ
ΤΟΥΡΚΟΥΣ 1453.
ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ
Μαρτυρία 1η. Οι εισβολείς Τούρκοι σφάζουν αυτούς που
αντιστέκονται καθώς και τους γέρους, πετούν τα βρέφη έξω από τα
σπίτια που λεηλατούν, αιχμαλωτίζουν, βιάζουν. Η ωραία
πρωτεύουσα μεταβάλλεται σε αληθινή κόλαση. Μέσα σε λίγες ώρες γίνεται «πεδίον αφανισμού»,
όπως είχε οραματιστεί πριν από μισό περίπου αιώνα ο Ιωσήφ Βρυέννιος,
και όλα χάνονται «Εκκλησία, και Βασιλεία, και Πολιτεία, και Αρχόντων
αξίαι και Παρθενώνες, και Ξενώνες, και Μοναστήρια και Κειμήλια και Ελευθερία,
και τιμή πάσα και δόξα του γένους ημών, και πάντα ημών τα καλά». Πλήθη
ανδρών, γυναικών και παιδιών, που είχαν καταφύγει στην Αγία Σοφία, κυκλώνονται
και αναγκάζονταν να παραδοθούν με όρους, αφού ίσως αντιστάθηκαν για λίγο. «…ου
πολλώ μέντοι ύστερον εάλωσαν υπό των Τούρκων
αμαχητί, και ανδρών ουκ ολίγοι εντός του νεώ διεφθάρησαν υπό Τούρκων,
όπως γράφει ο Λαόνικος Χαλκοκονδύλης. [Απόστ. Βακαλόπουλου, Ιστορία του Νέου
Ελληνισμού, τόμος Α΄, Θεσσαλονίκη 1961, σελ. 265]
Μαρτυρία 2η. [Νέα Γενική Ιστορία των Ελλήνων, τόμος 8ος,
σελ. 146]
Η βασιλεύουσα μέσα σε λίγες
ώρες μεταβλήθηκε σε αληθινή κόλαση. Οι Τούρκοι στρατιώτες, όταν εισήλθαν στην Κων/πολη,
κατά τον ιστορικόν της αλώσεως Κριτόβουλον, άλλοι ορμούν στα σπίτια
των πλουσίων για να αρπάξουν, άλλοι για να συλήσουν τα ιερά
άλλοι στα σπίτια των ιδιωτών διαρπάζοντας, σκυλεύοντας, λεηλατώντας, φονεύοντας,
υβρίζοντας, απάγοντας αιχμαλώτους, άνδρες, γυναίκες, παιδιά, γέρους, νέους,
μοναχούς, κάθε ηλικίας και τάξης. Και ήταν να βλέπει κανείς δεινό
και ελεεινό θέαμα και πέρα από κάθε τραγωδία· να αρπάζονται νέες
γυναίκες και σώφρονες, ευγενείς και των πλουσίων και παρθένες
ευπρεπείς και ωραίες, λαμπρές κι από λαμπρά σπίτια, άλλες με βία να τις τραβούν
έξω από τα δωμάτια σέρνοντάς τες με σκληρότητα και αναίδεια και ασκώντας βία.
Στο ναό της Αγίας Σοφίας είχαν καταφύγει πλήθη ανδρών, γυναικών και παιδιών. Όταν
οι Τούρκοι μπήκαν μέσα στο ναό, τους απήγαγαν αιχμαλώτους, άλλους στα
πλοία και άλλους στο στρατόπεδο. Σε 4.000 υπολογίζονται οι νεκροί Έλληνες
και ξένοι και σε 50.000 οι αιχμαλωτισθέντες.
Ενώ η λεηλασία συνεχιζόταν εισήλθε
έφιππος ο Πορθητής στην πόλη και κατευθύνθηκε στην Αγία Σοφία. Εισήλθε στον ναό
και προσευχήθηκε. Ο ναός του Ιουστινιανού από τη στιγμή εκείνη «βωμός
βαρβάρων και οίκος του Μωάμεθ απεκλήθη και γέγονεν» κατά τον Δούκα.
Μαρτυρία 3η. [Μενέλαου Παγουλάτου: ΒΥΖΑΝΤΙΟΝ, Αθήναι 2004, σελ. 580 (Μετά την άλωση της Πόλεως από τους Τούρκους
το 1453)
Οι σκηνές που επηκολούθησαν υπήρξαν αφαντάστως
τραγικές. Όσοι υπερασπιστές της Πόλεως δεν έπεσαν στα τείχη, εσφαγιάσθησαν. Οι Τούρκοι
επεδόθησαν στην λεηλασία επί τρείς
ημέρες. Τα ανάκτορα και όλες οι κατοικίες απογυμνώθηκαν. Κατόπιν εδέθησαν όλοι,
γέροι, γυναίκες, παιδιά, κληρικοί προκειμένου να οδηγηθούν στα σκλαβοπάζαρα. Εκκλησίες και μνημεία
κατεδαφίσθησαν. Ό,τι δεν ήταν δυνατόν να μετακινηθεί καιγόταν.
Ο Μωάμεθ εισήλθε στην Πόλη το
ίδιο βράδυ και επήγε στην Αγία Σοφία, όπου μωαμεθανός ιερέας έψαλλεν «αναβάς
επί της Αγίας Τραπέζης». Την επομένη της αλώσεως επισκέφθηκε την οικία του
μεγάλου δούκα Λουκά Νοταρά ο οποίος ετήρησε έντονη ανθενωτική
στάση και είχε δηλώσει προ δεκαετίας την περίφημη φράση «κρειττότερον εστιν ειδέναι
εν μέση τη Πόλει φακιόλιον (σαρίκι) βασιλεύον Τούρκων ή καλύπτραν λατινικήν».
Ο Σουλτάνος τον διέταξε να αποστείλει τον μικρό γυιό του στο χαρέμι του Σουλτάνου.
Ο Νοταράς αρνήθηκε και ο Σουλτάνος κατέσφαξε τον ίδιον και όλη την
οικογένεια, ενώ εκακοποίησε το παιδί μέχρι θανάτου.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1) Κώστα Κυριακόπουλου: ΣΕΛΙΔΕΣ
ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ, Αθήνα 1977.
2) Georg Ostrogorsky: Ιστορία του Βυζαντινού
Κράτους, Ελληνική Μετάφραση, τόμος Γ΄, Αθήνα 1993.
3) Απόστολου Βακαλόπουλου: Ιστορία
του Νέου Ελληνισμού, τόμος Α΄, Θεσσαλονίκη 1961.
4) Νέα Γενική Ιστορία των Ελλήνων,
Δ. Απέργη- Κ. Εμμανουήλ και ΣΙΑ Ο.Ε, τόμος 7ος και τόμος 8ος , Αθήναι 1972
5) Μενέλαου Παγουλάτου: ΒΥΖΑΝΤΙΟΝ,
Αθήναι, 2004.
6 Γιάννη Κορδάτου: Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας, Εκδόσεις
«20ος αιώνας τόμος VII (7ος )
























Ξενοδοχείο Αντωνιάδης
























Δεν υπάρχουν σχόλια
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.